Πέμπτη 10 Οκτωβρίου 2013

ΜΥΚΟΡΡΙΖΕΣ

μυκόρριζες (Βοτ.). Το αποτέλεσμα της συμβίωσης των μυκήτων του εδάφους με τις ρίζες των ανώτερων φυτών. Πρόκειται για έναν ειδικό τύπο συμβιωτικής σχέσης αμοιβαιότητας, κατά την οποία ωφελούνται και οι δύο εταίροι. Ο μύκητας στηρίζεται στο φυτό για τη διατροφή του, προσλαμβάνοντας ένα μέρος των φωτοσυνθετικών του προϊόντων (σακχάρων) και το φυτό διευκολύνεται από τον μύκητα στην πρόσληψη ανόργανων ιόντων από το έδαφος. Συγκεκριμένα, οι υφές του μύκητα αυξάνουν την επιφάνεια απορρόφησης, λειτουργώντας παρόμοια με τα ριζικά τριχίδια· επίσης, όπως απέδειξαν διάφορα πειράματα, οι μυκηλιακές υφές φαίνεται να έχουν την ικανότητα ταχύτερης και αποτελεσματικότερης απορρόφησης σημαντικών για την ανάπτυξη των φυτών στοιχείων, κυρίως του φωσφόρου. Θεωρείται ότι το 95% των αγγειόσπερμων φυτών σχηματίζουν μ., γεγονός που τα καθιστά ικανά να αναπτύσσονται ακόμα και σε άγονα εδάφη και τους προσδίδει ανθεκτικότητα σε δυσμενείς περιβαλλοντικές συνθήκες, ακόμα και σε ασθένειες. Οι μυκορριζικοί μύκητες ανήκουν στις ομάδες των ασκομυκήτων, των βασιδιομυκήτων και των ζυγομυκήτων. Οι μυκορριζες. μελετήθηκαν λεπτομερώς για πρώτη φορά στα τέλη του 19ου αι. από τον Γερμανό Άλμπερτ Φρανκ, ο οποίος πραγματοποίησε σημαντικές έρευνες, κυρίως πάνω στην ανάπτυξη των μυκορριζικών ασκομυκήτων του γένους Tuber (κοινώς τρούφες).
Οι μ. διακρίνονται κυρίως σε δύο τύπους: στις εκτοτροφικές μ. ή εκτομυκόρριζες και στις ενδοτροφικές μυκορριζες. ή ενδομυκόρριζες. Στην πρώτη περίπτωση οι μυκηλιακές υφές καλύπτουν εξωτερικά τις ρίζες, σχηματίζοντας γύρω από αυτές ένα ευδιάκριτο περίβλημα, που ονομάζεται μανδύας· αναπτύσσονται, επίσης, στους μεσοκυττάριους χώρους του φλοιού της ρίζας –χωρίς να εισέρχονται, ωστόσο, στο εσωτερικό των κυττάρων, όπως οι ενδομυκόρριζες– σχηματίζοντας ένα πλέγμα, το επονομαζόμενο δίκτυο του Ηartig, που λειτουργεί ως επιφάνεια ανταλλαγής υλικού μεταξύ των συμβιωτών. Αυτός ο τύπος μ. συναντάται σχεδόν σε όλα τα ξυλώδη δασικά φυτά, κυρίως των ψυχρών εύκρατων ή ορεινών δασών, όπως είναι τα κωνοφόρα, οι βαλανιδιές, οι οξιές, οι σημύδες, οι φτελιές, οι καστανιές, οι λεύκες κλπ. Ορισμένα, μάλιστα, από αυτά είναι ανίκανα να αναπτυχθούν χωρίς τη δημιουργία μ., γεγονός με μεγάλη πρακτική σημασία, ιδιαίτερα στις αναδασώσεις, οι οποίες συχνά αποτυγχάνουν, αν τα δενδρύλλια που φυτεύονται δεν έχουν εμβολιαστεί με τους κατάλληλους μυκορριζικούς μύκητες. Το μεγαλύτερο ποσοστό των μυκήτων αυτών είναι βασιδιομύκητες και μάλιστα της τάξης των αγαρικωδών· μεταξύ των τελευταίων υπάρχουν πολλά γένη (π.χ. Boletus, Lactarius, Russula, Amanita κ.ά.), τα οποία σχηματίζουν ορατούς καρποφόρους (μανιτάρια). Οι εκτομυκορριζικοί μύκητες σπάνια εμφανίζουν εξειδίκευση σε συγκεκριμένα είδη δέντρων· συνήθως σχηματίζουν εκτεταμένα υπόγεια δίκτυα, τα οποία μπορεί να συνδέουν τις ρίζες διαφορετικών ειδών. 
Στις ενδομυκόρριζες, οι υφές του μύκητα εισέρχονται και αναπτύσσονται κατά κύριο λόγο στο εσωτερικό των κυττάρων του φλοιού της ρίζας. Ο πιο κοινός τύπος αυτής της κατηγορίας είναι οι λεγόμενες κυστοειδείς-δενδροειδείς μ., γνωστές διεθνώς με την ονομασία VAM (Vesicular-Arbuscular-Mycorrhizae), στις οποίες οι μυκηλιακές υφές σχηματίζουν κυστίδια και λεπτές δενδροειδείς διακλαδώσεις μέσα στα κύτταρα του φλοιού· οι σχηματισμοί αυτοί δεν διαπερνούν το πλασμαλλήμα των κυττάρων, αλλά περιβάλλονται από εγκολπώσεις του, που αποτελούν και τις θέσεις ανταλλαγής υλικών. Τα περισσότερα είδη φυτών (δενδρώδη, θαμνώδη και ποώδη) μπορούν να δημιουργήσουν VAM μ., αλλά οι μύκητες που συμμετέχουν σε αυτές είναι αποκλειστικά ζυγομύκητες. Ενδομυκόρριζες άλλου τύπου σχηματίζουν οι ορχιδέες και φαίνεται ότι πολλά είδη δεν μπορούν να αναπτυχθούν χωρίς τον μύκητα. Για τον λόγο αυτό οι καλλιεργητές, όταν πρόκειται να σπείρουν ορχιδέες, βάζουν στο υπόθεμα ριζοβολίας κομμάτια ριζών με μυκορριζες.